ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ.

Πριν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια η λεκάνη της Μεγαλόπολης ήταν μία ρηχή λίμνη με πλούσια βλάστηση, που ευνοούσε την ύπαρξη και επιβίωση φυτοφάγων ζώων. Τελικά τα νερά βρήκαν διέξοδο προς τη θάλασσα από τα στενά της Καρύταινας, η λίμνη ξεράθηκε και τα ζώα εξαφανίστηκαν. Με τον καιρό τα νερά και οι βροχές, διαβρώνοντας το έδαφος έφεραν στην επιφάνεια τους απολιθωμένους σκελετούς των ζώων.

Τα απολιθωμένα αυτά κόκαλα, είχαν επισημανθεί από την αρχαιότητα, το υπερφυσικό μέγεθος των οποίων είχε προκαλέσει τη λαϊκή περιέργεια και είχε δώσει αφορμή για τη δημιουργία διαφόρων μύθων. Ο Παυσανίας γράφει στα Αρκαδικά του για την περιοχή: «Βρίσκονται εκεί κόκαλα που ξεπερνούν σε μέγεθος τα ανθρώπινα. Υπάρχει μάλιστα η παράδοση πως είναι κόκαλα γιγάντων, που έφερε ο Οπλάδαμος ως συμμάχους της Ρέας».Παυσ.Η32,5

Στην εποχή μας τα οστά αυτά ανακαλύφθηκαν το 1902, όταν ένας χωρικός από το χωριό  μας ονόματι Ψωλέας, κατέβηκε στην απότομη χαράδρα, που βρίσκεται αριστερά του δρόμου προς τον Αϊ Γιάννη (σήμερα η χαράδρα αυτή ονομάζεται «του Σκούφου η γράνα»), ψάχνοντας για το τσεκούρι του και είδε να ξεπροβάλλουν από την κοίτη του ρέματος τεράστια κόκαλα σαν πλατανόριζεςΑπό ένα τυχαίο γεγονός είχε ανακαλυφθεί η πλειστoκαινική πανίδα της Μεγαλόπολης.

Τον ίδιο χρόνο ο καθηγητής Σκούφος αρχίζει ανασκαφές. Πέντε τόνοι απολιθωμένων σκελετών - ένας ανεκτίμητος θησαυρός γνώσεων - θα μεταφερθούν και θα εναποτεθούν στο παλαιοντολογικό μουσείο του πανεπιστημίου Αθηνών.

Η μελέτη των απολιθωμάτων αυτών έδειξε ότι στις όχθες της λίμνης της Μεγαλόπολης έζησαν δύο κατηγορίες θηλαστικών:

α) Τα ζώα που ανήκουν σε θερμό κλίμα και πλούσια βλάστηση, ελέφαντες, ελάφια, δασόβιοι ρινόκεροι, ιπποπόταμοι, άλογα....

β) Τα ζώα που ανήκουν σε ψυχρά κλίματα και παγωμένες ίσως εκτάσεις με βλάστηση στέπας και τούνδρας, μαμούθ, Βίσονες, και τριχωτοί ρινόκεροι.

Τα κόκαλα των ζώων της πρώτης κατηγορίας βρέθηκαν σε διαφορετικά στρώματα γης από εκείνα της δεύτερης κατηγορίας. Αυτό σημαίνει ότι έζησαν στον ίδιο τόπο αλλά σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και κάτω από διαφορετικές κλιματολογικές συνθήκες. Τα απολιθώματα λοιπόν, που βρέθηκαν στο Ίσωμα, φανερώνουν ότι το κλίμα στη νότιο Ελλάδα άλλαξε πολλές φορές κατά τη διάρκεια της πλειστοκαινικής περιόδου.

Οι επιστήμονες, συγκεκριμένα, ξεχωρίζουν τέσσερις παγετώδεις και μεσοπαγετώδεις περιόδους. Κατά τις παγετώδεις περιόδους η βλάστηση ήταν χαμηλή και αραιή λόγω των πάγων και της χαμηλής θερμοκρασίας, γι αυτό και τα είδη των ζώων που έζησαν κατά τις περιόδους αυτές είναι πολύ περιορισμένα.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η περιοχή είναι το νοτιότερο σημείο του πλανήτη που βρέθηκε σκελετός τριχωτού ρινόκερου, κάτι που μόνο στη Σιβηρία και την Πολωνία έχει συμβεί.  Αντίθετα κατά τις μεσοπαγετώδεις περιόδους λόγω της υψηλής θερμοκρασίας και της υγρασίας, ευνοείται η ανάπτυξη βλάστησης, η οποία βοηθάει στη συντήρηση μεγάλης ποικιλίας ζώων.